αντίο ελλάδα…









Αχνό το δάκρυ μνήμες αναβιώνει
στο παραγώνι το καυσόξυλο σβηστό,
μες στη νυχτιά η πανσέληνος παλιώνει
κι όμως ακόμη ξαγρυπνώ.




Φρέσκος σορόκος κι οι τράτες ξεκινάνε
χρυσή η φουρτούνα των νέων μεταναστών,    
τώρα τη νιότη μας στα ξένα θα ξεπουλάμε
δίχως τη συντροφιά φίλων κι αδελφών. 




Στο νανούρισμα του μπάτη
ίσως μπορέσω ν’ αποκοιμηθώ,
η πατρίδα μου πλέον φευγάτη
κι εγώ ένα κοχύλι ξεχασμένο στο βυθό;



δραπετεύοντας...









λάτρεψες τις ικεσίες,



ανέκαθεν πρόσμενες κάτι που θα μπορούσε να σε λυτρώσει
που θα βρισκόταν μαζί σου, σ’ αιώνια εναλλαγή
ικανό να σκίζει τις θολές σου, γραμμές των οριζόντων
και να σε ταξιδεύει αδιάκοπα, στην ατελείωτη γη…


κάτι που θα ‘κανε γοργά, να φύγει το κοράκι…
που στης ψυχής σου πάντοτε, ζει την καταχνιά
να φύγει κράζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του
προς κάποια ακατοίκητη κοιλάδα του νοτιά…


δραπετεύοντας απ’ αυτή τη μυσταγωγία…
τι αβάσταχτο που γίνεται, τ  απέραντο εμπρός σου!!!




θάλασσα…











Ο πατέρας µου, δεν είχε σκοπό να µε κάνει ναυτικό... Μακριά, έλεγε… µακριά, παιδί µου, απ'  τ' άτιµο στοιχειό! Δεν έχει πίστη… δεν έχει έλεος… Λάτρεψε την όσο θες… δόξασε την… εκείνη το σκοπό της… Μην κοιτάς που τάχα σου χαµογελά… και πως σου τάζει θησαυρούς... 




Πάντα την αγαπούσα τη θάλασσα… από µικρός… Τα πρώτα βήµατα µου άλλωστε, στο νερό τα έκανα... Το πρώτο µου παιχνίδι, ήταν ένα κουτάκι από αλουµίνιο µ' ένα ξυλάκι ορθό στη µέση για κατάρτι, µε δυο κλωστές για παλαµάρια κι ένα φύλλο χαρτί για πανάκι που µε την πύρινη φαντασία έκανε µπάρκο και θα διέσχιζε όλους τους ωκεανούς… 




Πήγα και το έριξα στη θάλασσα µε καρδιοχτύπι... Ίσως να νόμισα πως ήµουν κι εγώ μέσα εκεί... Μόλις όµως το απίθωσα… αυτό βούλιαξε στον πάτο! Μα δεν άργησα να κάνω άλλο… μεγαλύτερο… από σανίδα τούτη τη φορά! Το έριξα στη θάλασσα και τ' ακολούθησα κολυμπώντας ως την εµπατή του λιµανιού που το πήρε το ρέµα  μακριά... 




Αργότερα μεγαλώνοντας, έγινα πρώτος στο κουπί… στο κολύµπι πρώτος… στις καταδύσεις ειδικός… τα λέπια μοναχά µου λείπαν!  Μωρέ!  εσύ θα µας ντροπιάσεις όλους, έλεγαν οι γεροναύτες, του νησιού, όταν µ' έβλεπαν να τσαλαβουτώ σαν δέλφινας... Εγώ καµάρωνα… και πίστευα… θα δείξω τα λόγια τους προφητικά… εκείνα που είχα γύρω µου, ψυχωµένα κι άψυχα, µου έλεγαν µύρια. Οι ναύτες µε τα ηλιοκαµένα τους πρόσωπα και τα φανταχτερά ρούχα… οι γέροντες µε τα διηγήµατα τους… 




Σταύρωσα τα χέρια µου… κοίταξα µε βουρκωµένα µάτια τη θάλασσα... Δε φεύγω, αν δεν πάρω απόκριση, συλλογίστηκα... Από τότε… φάντασµα η ζωή! Αν µετάνιωσα… κι εγώ δε ξέρω... 




Μα μόνο ένα ξέρω μοναχά… με στιγμάτισε για πάντα, η αγαπημένη μου θάλασσα!!!... 



στη νυχτιά...









Μόλις πέσει η νυχτιά, τα πρωτόγονα ένστικτα των δίποδων ζώων,  έχουν τον πρώτο λόγο... Τα κορίτσια μοιάζουν εξωτικά, ο πόθος… η στέρηση… φέρνουν ρίγη στη ραχοκοκαλιά! Είναι η ώρα που βγαίνουν από τις τρύπες τους, όλα τ’ ανδρείκελα της πόλης... Ψυχάκιδες, ναρκομανείς, δολοφόνοι, νταβατζήδες, μεθυσμένοι, στερημένοι και κάθε λογής κάγκουρες συναντιούνται στους έρημους, σκοτεινούς, κακόφημους δρόμους της αγοράς...




Φτηνές γυναίκες… φτηνό άρωμα… φτηνά ναρκωτικά... Δήθεν καυτές ανάσες… από πόρνες της συμφοράς! λίγη αγορασμένη συντροφιά...




Η πιάτσα είναι αμείλικτη, η αναλογία του τι δίνεις και του τι παίρνεις ακριβοδίκαιη, μα η ταρίφα παραμένει η ίδια κι εξομοιώνει όλους τους αγοραστές... Τ’ ολόγιομο φεγγάρι, μοναδικός μάρτυρας σε κάποια λίγα, ηδονικά(!) λεπτά… Κι εσύ, κάθε νύχτα εκεί… νοιώθεις πως πεθαίνεις και πως ξαναγεννιέσαι ταυτόχρονα… κάθε σου φορά!  




Κατάντια!!!...