αντίο ελλάδα…









Αχνό το δάκρυ μνήμες αναβιώνει
στο παραγώνι το καυσόξυλο σβηστό,
μες στη νυχτιά η πανσέληνος παλιώνει
κι όμως ακόμη ξαγρυπνώ.




Φρέσκος σορόκος κι οι τράτες ξεκινάνε
χρυσή η φουρτούνα των νέων μεταναστών,    
τώρα τη νιότη μας στα ξένα θα ξεπουλάμε
δίχως τη συντροφιά φίλων κι αδελφών. 




Στο νανούρισμα του μπάτη
ίσως μπορέσω ν’ αποκοιμηθώ,
η πατρίδα μου πλέον φευγάτη
κι εγώ ένα κοχύλι ξεχασμένο στο βυθό;